Η ιστορία της απαρχής του Εθνικού Θεάτρου

Η θεατρική δραστηριότητα στην Ελλάδα, συχνά, ήταν -και παραμένει- συνυφασμένη με την στροφή στον αρχαίο κλασικό πολιτισμό και τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό. Καθώς, λοιπόν, στην Ευρώπη τα εθνικά – κρατικά θέατρα ήταν θεσμός πολύ πριν δημιουργηθεί το νεοελληνικό κράτος, ήταν αυτονόητο ότι το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, έχοντας ευρωπαϊκό προσανατολισμό και ιστορικό θεατρικό παρελθόν (Αρχαίο δράμα), θα υιοθετούσε και αυτόν το θεσμό.

«Η θεατρική ζωή για μια μακρά περίοδο, πριν και μετά το Εικοσιένα, επηρεάζεται αποφασιστικά από τη στροφή προς την κλασική αρχαιότητα, που συνοδεύει την προετοιμασία του αγώνα για την ανεξαρτησία, και από τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς που θα κυριαρχήσουν στο ανεξάρτητο κράτος». Δ. Σπάθης, «Το Νεοελληνικό Θέατρο», ανάτυπο από την έκδοση Ελλάδα – Ιστορία και Πολιτισμός, 10ος τόμος, 1983, (σελ 12).

Ωστόσο, χρειάστηκε να περάσουν 70 χρόνια από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους για να αποκτήσει η Ελλάδα μόνιμη εθνική σκηνή. Γεγονός που οφείλεται σε πολλούς και ποικίλους παράγοντες, ένας από αυτούς ήταν και η έλλειψη θεατρικής παιδείας: χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι προκαταλήψεις για το επάγγελμα του ηθοποιού, η δυσκολία συμμετοχής των γυναικών στο επάγγελμα, η έλλειψη δραματολογίου, η προτίμηση των θεατρικών συγγραφέων να στέλνουν τα θεατρικά τους έργα σε ποιητικούς διαγωνισμούς παρά σε θιάσους κ.α. Ακόμα, η προώθηση από τη μεριά του παλατιού των ιταλικών θιάσων και η προτίμηση του κοινού σε αυτό, έκανε ακόμα πιο δύσκολες τις συνθήκες.

Η πρώτη προσπάθεια έγινε το 1856 όπου ο Γρηγόριος Καμπούρογλου υποβάλλει ένα φιλόδοξο σχέδιο για να ιδρυθεί εθνικό θέατρο με μόνιμο θίασο, ιδιόκτητο θέατρο και σχολή. Η εφαρμογή του σχεδίου απαιτούσε την κρατική συμπαράσταση, οι όροι της οποίας, ύστερα από πολύμηνες διαβουλεύσεις, διατυπώθηκαν σε νόμο. Ωστόσο, το εγχείρημα απέτυχε, έθεσε όμως τις βάσεις για το μέλλον. Τις βάσεις επίσης για τη δημιουργία κρατικής σκηνής έθεσαν και οι λόγιοι της εποχής, όπως ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής και ο Άγγελος Βλάχος, με κείμενά τους υπογράμμισαν την αναγκαιότητα της ίδρυσης και της λειτουργίας του Εθνικού Θεάτρου. Οι πολιτισμικές και καλλιτεχνικές συνθήκες, καθώς, και η ιστορική συγκυρία επέσπευσαν τις διαδικασίες προς την κατεύθυνση αυτή. Τέλος, η οικονομική βοήθεια από τον έλληνα ομογενή Ευστράτιο Ράλλη, ο οποίος δώρισε 10.000 λίρες, επιτάχυνε τις διαδικασίες ίδρυσης κρατικής σκηνής.

ethniko_theatro_708_0

Στις αρχές, λοιπόν, του 20ο αιώνα δημιουργείται το πρώτο επίσημο θέατρο στην Ελλάδα, το Βασιλικό Θέατρο. Η διεύθυνσή του ανατίθεται στον Άγγελο Βλάχο και σκηνοθέτης ορίζεται ο Θωμάς Οικονόμου. Λειτούργησε από το 1900 ως το 1908. Το παλάτι με τη δημιουργία του Βασιλικού Θεάτρου στόχευε πλέον σ’ ένα συνολικότερο εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό του θεάτρου της χώρας: τη μεταφορά ολόκληρου του μοντέλου του αυλικού γερμανικού θεάτρου στο νεόδμητο κτίριο της οδού Αγίου Κωνσταντίνου. Ωστόσο, η δημιουργία ενός αυλικού θεάτρου στα γερμανικά πρότυπα δεν ικανοποιούσε το αίτημα για εθνική σκηνή και πολύ περισσότερο δεν ικανοποιούσε την προοδευτική μερίδα των διανοούμενων που ήθελαν ένα θέατρο ανοιχτό στις νέες αναζητήσεις, στα σύγχρονα ρεύματα, έναν πραγματικό φορέα θεατρικής αγωγής για το ευρύτερο κοινό. Έτσι, το γερμανικό πρότυπο δεν κατάφερε να λειτουργήσει στην ελληνική θεατρική σκηνή.

Από το 1908 που έπαψε τις δραστηριότητές του το Βασιλικό Θέατρο ως το 1930 που ιδρύεται το Εθνικό Θέατρο, η θεατρική ζωή της χώρας αφήνεται κυρίως στην πρωτοβουλία των ιδιωτικών θιάσων με κάποιες περιπτώσεις κρατικών επιχορηγήσεων. Αρκετές συζητήσεις γίνονται για την ίδρυση κρατικής σκηνής, ως το 1930 που τελικά και πραγματοποιείται. Οι βασικοί λόγοι για τη δημιουργία εθνικής κρατικής σκηνής ήταν η ανάγκη ύπαρξης ενός θεάτρου που «θα υπάκουε στα κελεύσματα της καλλιτεχνικής ιδέας και όχι στη λογική του κέρδους. Θα είχε ως βασικό στόχο τη διαμόρφωση και διαπαιδαγώγηση του “θεατρόφιλου” κοινού. Οι βασικές έννοιες που άρθρωναν τη σύλληψή του ήταν χτισμένες πάνω σε τρία αντιθετικά ζεύγη: την πειθαρχία, το σύνολο και τη διαπαιδαγώγηση απέναντι στην αναρχία, τον ατομισμό και τον ενδοτισμό στα “κατώτερα” γούστα της μάζας. Σταδιακά, το αίτημα της ίδρυσης μιας εθνικής σκηνής άρχισε να ταυτίζεται και να υποκαθιστά το εκσυγχρονιστικό όραμα της αναγέννησης του ελληνικού θεάτρου».

Όταν ανακοινώθηκε η επανίδρυση Εθνικού Θεάτρου προκλήθηκε πλήθος αντιδράσεων τόσο από ιδιωτικούς θιάσους, όσο και από κριτικούς αλλά και από πολιτικούς που δεν συμφωνούσαν το κράτος να χρηματοδοτήσει “θεατρίνους”. Τελικά, το Εθνικό Θέατρο δημιουργήθηκε και εγκαταστάθηκε στον ανακαινισμένο χώρο του Βασιλικού Θεάτρου, διευθυντής του ορίστηκε ο Ιωάννης Γρυπάρης και σκηνοθέτης ο Φώτος Πολίτης. Η έναρξη των παραστάσεων έγινε στις 19 Μαΐου του 1932 με δύο έργα, τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και το Θείο Όνειρο του Γρηγόριου Ξενόπουλου. Η επιλογή των έργων δείχνει και τη στάση που είχε σκοπό να κρατήσει το Εθνικό Θέατρο ως προς το ρεπερτόριο.

images

Πηγές:

Θ. Χατζηπανταζής, Από Νείλου μέχρι του Δουνάβεως, Τόμος Α1.

Δ. Σπάθης, Το Νεοελληνικό Θέατρο.

Κ. Αρβανίτη, Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία στο Εθνικό Θέατρο, ΤόμοςΑ’: Θωμάς Οικονόμου,-Φώτος Πολίτης-Δημήτρης Ροντήρης.

Α. Γλυτζουρής, Η σκηνοθετική τέχνη στην Ελλάδα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s