Συνέντευξη για την μετανάστευση της νέας γενιάς (Ανδ. Καρυοφίλλης)

Μεγάλη εκροή ανθρώπινου δυναμικού είχε να σημειωθεί στη χώρα μας από την περίοδο 1946-1977. Πάει καιρός από τότε, όπως αρκετός καιρός έχει περάσει από τότε που η σύγχρονη μετανάστευση της χώρας μας,λόγω της κρίσης, έγινε θέμα στην “Theguardian”. Ωστόσο, το κύμα μετανάστευσης όλο και αυξάνεται δραματικά. Η σημερινή μετανάστευση φέρει τον τίτλο “GenerationG” ή/και “BrainDrain”. Εδώ και 6 χρόνια περίπου πολλοί Έλληνες – ιδίως πτυχιούχοι – εξαναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό, διότι, η Ελλάδα της κρίσης, όχι μόνο δεν έχει να τους προσφέρει θέσεις εργασίας, αλλά και το κρατικοδίαιτο σύστημά της θα τους ανάγκαζε να εργάζονται προς ελάχιστης αμοιβής για να θρέφουν άλλους μη-παραγωγικούς συμπολίτες τους.

Το μεγαλύτερο κύμα μετανάστευσης είχε σημειωθεί, αρχικά, στον ιατρικό τομέα με χιλιάδες Έλληνες γιατρούς να καταφεύγουν κυρίως σε Γερμανία και Σκανδιναβικές χώρες. Ακολουθούν μηχανικοί, οικονομολόγοι, κ.α. Η Μεγάλη Βρετανία έχει επίσης δεχτεί μεγάλο κύμα μεταναστών, εκεί ανοδικά είναι τα ποσοστά των Ελλήνων εκπαιδευτικών που βρίσκουν σχετικά εύκολα μια θέση στα δημόσια σχολεία της Μ. Βρετανίας. Ο Ανδρέας Καρυοφίλλης, απόφοιτος του τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ, μόλις στα 28 του χρόνια είναι πλέον μόνιμος κάτοικος της Αγγλίας, εργάζεται ως εκπαιδευτικός σε δημόσιο αγγλικό σχολείο και μας μιλάει για την Ελλάδα, το μεταναστευτικό ρεύμα, αλλά και το πιο επίκαιρο, Brexit.

Είσαι μια από τις περιπτώσεις του λεγόμενου «brain drain» που συμβαίνει στη χώρα μας λόγω, πρωτίστως, της οικονομικής κρίσης. Εσένα τι άλλο σε έκανε να φύγεις από τη χώραεκτός από την κρίση;

Αν και με κολακεύει η έκφραση “brain drain”, δε θεωρώ πως είμαι κάποιο τρομερό μυαλό. Ένα πτυχίο έχω και πολύ ενθουσιασμό για τη δουλειά που κάνω. Υπάρχουν λόγοι που συνδέονται έμμεσα με την κρίση:Πρώτον, το γεγονός ότι θα ήταν αδύνατο να κάνω τη δουλειά των ονείρων μου στην Ελλάδα. Δεύτερον, μία αίσθηση ανταγωνισμού! Τόσοι και τόσοι έφυγαν και το προσπαθούν έξω, συμπεριλαμβανομένου και του αδερφού μου που εργάζεται στη Γερμανία. Είπα «αφού μπορούν όλοι αυτοί, γιατί όχι κι εγώ;». Πέρα της κρίσης, έχοντας δύο χρόνια εμπειρία στα ιδιαίτερα στην Ελλάδα, συνειδητοποίησα πόσο θεμελιωδώς αντίθετος είμαι με το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, και ιδιαίτερα με την παραπαιδεία, θεωρώ τον εαυτό μου εντελώς αταίριαστο με την κουλτούρα του μέσου νεοέλληνα, και, τέλος, ήμουν ανέκαθεν λάτρης της Αγγλικής γλώσσας! Είπα, λοιπόν,  «τώρα που μπορώ να “στύψω την πέτρα”, ας το κάνω σε μία χώρα που θα με ανταμείψει γι’αυτό!».

Αν η Ελλάδα μπορούσε να σου προσφέρει επαγγελματικά όσα η Αγγλία ή έστω κάποια από αυτά, θα επέλεγες να μείνεις;

Αν η Ελλάδα μπορούσε να μου προσφέρει όσα η Αγγλία, δε θα είχα μπει στη διαδικασία της μετανάστευσης. Συνεπώς θα είχα μείνει! Αυτή τη στιγμή όμως, έχοντας ζήσει σε μια χώρα που υπερέχει σε οργάνωση, αξιοκρατία, προστασία του περιβάλλοντος, συλλογικότητα και επιβολή και τήρηση δίκαιης νομοθεσίας, έχει ανοίξει το μυαλό μου και πλέον πιστεύω πως είναι κάτι πέρα του επαγγελματικού που με κρατάει.

Είναι η «γη της επαγγελίας» το εξωτερικό;

Ξεκάθαρα όχι. Εδώ για να κερδίσεις κάτι πρέπει να μοχθήσεις, και μάλιστα δυο φορές περισσότερο από τον ιθαγενή. Ειδικά στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού, τα πράγματα είναι πολύ πιο απαιτητικά από άποψη φόρτου εργασίας και συνεχούς αξιολόγησης της δουλειάς σου! Επιπλέον, είσαι μακριά από οικογένεια, φίλους, θάλασσα, ήλιο και καταγάλανο ουρανό! Υπάρχουν όμως θέσεις εργασίας, προοπτικές ανέλιξης, αξιοκρατία, οργάνωση και κοινωνική πρόνοια. Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις. Εγώ έφυγα με το σκεπτικό ότι στα 26 μου είναι πιο σημαντικό να έχω οικονομική ανεξαρτησία, από το να μπορώ να βγω για φραπεδάκι στον ήλιο με τα φιλαράκια μου με τα «μαύρα» από τα ιδιαίτερα.

Τι θα συμβούλευες κάποιον που σκέφτεται να μεταναστεύσει;

Θα τού’λεγα «ακόμη το σκέφτεσαι;». Χαχα! Πέρα από την πλάκα τώρα, βλέπω ανθρώπους τόσο απεγνωσμένους που αφήνουν οικογένεια και παιδιά πίσω και ανεβαίνουν εδώ χωρίς να ξέρουν καν τη γλώσσα! Δεν ξέρω κατά πόσο είναι εφικτό να τα καταφέρεις έτσι έξω, τουλάχιστον όσον αφορά το Λονδίνο! Οπότε, θα συμβούλευα ΕΦΟΔΙΑ. Να γνωρίζεις τη γλώσσα αρκετά καλά, να έχεις κάποια ειδίκευση και να ψαχτείς σχετικά με το επάγγελμά σου ΠΡΙΝ ανέβειςεπειδή το κόστος διαμονής είναι υψηλό.Επίσης, μην ανέβεις με «ύφος»! Είναι κάποιοι που νομίζουν ότι θα ανέβουν και θα βγάζουν £40.000 το χρόνο με το καλημέρα! ΝΑΙ, πολλά επαγγέλματα έχουν προοπτικές εισοδηματικής ανέλιξης,αλλά θέλει κόπο και χρόνο. Αν αξίζεις, θα τα φτάσεις! Και αυτό θεωρώ πως πρέπει να σε ‘γεμίζει’ περισσότερο.

Τι είναι αυτό που πήγε στραβά στη χώρα μας;

Πιστεύω πως είναι πολλά πράγματα σε συνδυασμό που πήγαν στραβά στη χώρα μας. Και στην τελική, όταν τα βλέπω σχετικιστικά, δε μπορώ να κατηγορήσω και κανέναν, ούτε πολιτικούς, ούτε πολίτες. Θεωρώ πως η αρχή του κακού έγινε όταν η Ελλάδα, μια χώρα ρημαγμένη από πολέμους, χωρίς ιδιαίτερη παραγωγικότητα ή βαριά βιομηχανία, προσπάθησε μέσα σε λίγα χρόνια να συμβαδίσει με τις υπόλοιπες τεχνολογικά ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου. Αποδείχθηκε αδύνατο και καταστροφικό.

Ας έρθουμε και στις πιο πρόσφατες εξελίξεις: Πιστεύεις ότι το brexit θα αποδειχθεί μελλοντικά καλή επιλογή για τη Μ. Βρετανία; Πως εισέπραξες το κλίμα πριν το δημοψήφισμα και τι κατάσταση επικρατεί αυτό το πρώτο διάστημα; Πιστεύεις θα επηρεάσει τους μετανάστες (καθώς κυκλοφορούν βίντεο στο διαδίκτυο με αρκετά ρατσιστικά μηνύματα); Τι είναι αυτό που πιστεύεις ότι έκανε τους Βρετανούς να θέλουν να φύγουν από την Ε.Ε.;»

Πριν το δημοψήφισμα κανείς δε φαινόταν να πιστεύει ότι θα κερδίσει το «brexit» και όλα κυλούσαν σαν το αποτέλεσμα να ήταν δεδομένο για το «bremain»! Μετά το δημοψήφισμα έγινε ένας χαμός! Οι μετανάστες της Αγγλίας ‘βυθίστηκαν’ στο άγνωστο, πολλοί Άγγλοι ένιωθαν ντροπιασμένοι για την ψήφο τους, ο Πρωθυπουργός υπέβαλλε την παραίτησή του, οι πολιτικοί υπέρμαχοι του «brexit» άρχισαν τις ‘κωλοτούμπες’, η Σκωτία ζήτησε ξανά την ανεξαρτησία της για να παραμείνει εντός Ε.Ε., το Λονδίνο ζήτησε την ανεξαρτησία του για να παραμείνει εντός Ε.Ε. και πολύς κόσμος επιζητά επανάληψη του δημοψηφίσματος. H ισοτιμία της λίρας με το ευρώ έπεσε στο 1.20 από το 1.40 (που ήταν όταν ανέβηκα εγώ)και γενικότερα το κλίμα είναι πολιτικά ασταθές. Αυτό που εξέλαβα εγώως το πρόβλημα των Βρετανών ήταν οι μετανάστες που ζουν εκμεταλλευόμενοι τα παράθυρα του συστήματος για να εισπράττουν τα επιδόματα που παρέχει η Μ. Βρετανία αποφεύγοντας να δουλεύουν, εις βάρος των (ομολογουμένως βαριά) φορολογούμενων.Ίσως και ένας ‘κακώςνοούμενος’ πατριωτισμός.Όσο για τον ρατσισμό, εγώ προσωπικά, και, γενικά, στο σχολείο που δουλεύω, δεν παρατήρησα ρατσιστικά φαινόμενα. Όταν τελικά γίνει πράξη η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας από την Ε.Ε., φαντάζομαι πως θα χρειάζεται να έχεις διαβατήριο για να ταξιδέψεις και να βγάλεις visa για να διαμένεις εδώ, αλλά δε βλέπω να αλλάζουν και πολλά άλλα πράγματα, ειδικά για αυτούς που ήταν ήδη εργαζόμενοι εδώ πριν το δημοψήφισμα.  Η Μεγάλη Βρετανία έχει σχετικά ικανούς πολιτικούς και μια ισχυρή, αυτάρκη οικονομία και βλέποντας τη συνεχόμενη παρακμή της Ε.Ε. τα τελευταία χρόνια, θεωρώ πως σε βάθος χρόνου η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας θα της βγει σε καλό και ίσως να αποτελέσει και ένα μάθημα για την Ε.Ε. και τις πολιτικές γραμμές που ακολουθεί. Καμιά φορά η λιγότερο δημοφιλής πολιτική απόφαση μπορεί να είναι και η σωστή.

Πιστεύεις ότι θα βελτιωθεί κάποτε η κατάσταση στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα βλέπω να μένουν μόνο οι συνταξιούχοι, οι αργόμισθοι, οι γόνοι ευκατάστατων οικογενειών, αυτοί που εκμεταλλεύονται με τον έναν τρόπο ή με τον άλλον την κρίση (καταστήματα αγοράς χρυσού, εταιρίες ιδιωτικής ασφάλισης, εισοδηματίες κτλ), αυτοί που συμβιβάζονται με τα (πολύ) λίγα και αυτοί που αδυνατούν για οικονομικούς, κυρίως, λόγους να φύγουν έξω! Οπότε, δε βλέπω ποιος θα μπορούσε να βελτιώσει την κατάσταση και πως. Ίσως αν αυτό το μεταναστευτικό κύμα, μετά από 10-20 χρόνια, επιστρέψει στην Ελλάδα, φέρνοντας χρήμα, εμπειρίες, ιδέες και ανοιχτά μυαλά! Αν και ένας γνωστός μου, που μένει πολλά περισσότερα χρόνια εδώ, μου είπε πως όσο περισσότερο καιρό μένεις στο εξωτερικό, τόσο εξασθενεί η θέλησή σου να επιστρέψεις στην Ελλάδα…

Ανδρέα σε ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας παραχώρησες και σου ευχόμαστε καλή συνέχεια στη ζωή σου…

Διαβάστε άρθρα σχετικά με την ελληνική μετανάστευση: https://www.theguardian.com/world/2015/jan/19/youngtalentedgreekgenerationgworldsbiggestbraindrain

http://www.kathimerini.gr/857036/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/me-ptyxio-7-stoys-10-ellhnes-metanastes

http://www.lifo.gr/now/society/58781

 

Συνέντευξη: Μαρία Δαμανάκη

Συνέντευξη με μία νέα, όμορφη και πολλά υποσχόμενη δικηγόρο που έκανε την εμφάνισή της στην πολιτική σκηνή της χώρας ως υποψήφια στον Νομό Ηρακλείου με την πολιτική παράταξη «Το Ποτάμι». Η Μαρία Δαμανάκη μόλις στα 27 της χρόνια αποδεικνύει πως η νέα γενιά μπορεί να δώσει ένα δυναμικό παρών στη χώρα μας και να σταθεί αντάξια των δυσμενών συνθηκών που διάγουμε.

Τι είναι αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς με την πολιτική;

Η πολιτική ασχολείται καθημερινά μαζί σου.Εσύ γιατί όχι με αυτήν; Γιατί επέλεξες το Ποτάμι για να πολιτευτείς;Η επιλογή του πολιτικού χώρου στον οποίο θα εμπλακείς αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οραματίζεσαι τη διακυβέρνηση του τόπου σου. Το Ποτάμι για μένα ήταν μονόδρομος, ως ο χώρος εκείνος που συνδυάζει τον σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό, τις μεταρρυθμίσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα με την αξιοπρέπεια,τη λογική και τη φρεσκάδα. Αν με ρωτάς ποια θεωρώ τα μεγαλύτερα ατού του – τα οποία πλαισιώνουν το πολιτικό του πρόσημο – αυτά είναι η συνέπεια και το παραταξιακό ήθος.

Πώς βλέπεις το μέλλον της Ελλάδας;

Αν δεν ήμουν αισιόδοξη,δεν θα παρέμενα στην Ελλάδα,ειδικά σε μια τέτοια συγκυρία όπως η σημερινή. Και εμμένω στην αισιοδοξία, όχι γιατί αγνοώ τις δυσκολίες – οι εύκολες λύσεις έχουν εκλείψει προ πολλού άλλωστε- αλλά γιατί καθημερινά συναντώ ανθρώπους που μοιραζόμαστε τις ίδιες αγωνίες, τους ίδιους προβληματισμούς και την ίδια λαχτάρα για αλλαγή, είτε αυτό μεταφράζεται στους συνοδοιπόρους μου στο Ποτάμι, στους συναδέλφους στον επαγγελματικό μου χώρο, στις παρέες μου, σε άτομα που τυχαίνει να συναναστραφώ. Εφόσον υπάρχει αυτός ο πυρήνας -μικρός ή μεγάλος – που αντιστέκεται στη φθορά, μπορώ να ελπίζω σε ένα μέλλον πιο κοντά στα κυβικά μας,πιο κοντά σε αυτό που μας αρμόζει.

Τι είναι αυτό που λείπει από την Ελλάδα;

Συλλογικό πνεύμα, συνεργασία, διάθεση για ριζικές τομές σε επίπεδο εθνικό. Μας περισσεύουν φυσικά οι συντεχνίες και η εμμονή στα πάσης φύσεως κεκτημένα, οπότε μικρό το κακό.

Είσαι Πρόεδρος της νεολαίας του Ποταμιού.Τι θα συμβούλευες τους νέους;

Συνήθως,οι συμβουλές εκφέρονται από άτομο υπέρτερο σε εμπειρία και γνώση. Προτιμώ λοιπόν το «ενθαρρύνω» για να απευθυνθώ σε συνομηλίκους μου. Παιδιά, είμαστε η πιο μορφωμένη,η πιο ταξιδεμένη γενιά που έχει γνωρίσει η χώρα ως σήμερα. Ας ενεργοποιηθούμε, οι καιροί δεν μας δίνουν την πολυτέλεια να κρατάμε τα προσόντα και τη δύναμη μας για εσωτερική κατανάλωση. Ας ασχοληθούμε συνειδητοποιημένα με την πολιτική είτε ως ψηφοφόροι,είτε ως υποψήφιοι. Να αποκρυσταλλώσουμε άποψη για το πώς φανταζόμαστε το μέλλον και να δράσουμε βάσει αυτής, ορθώνοντας ανάστημα στο δημόσιο λόγο. Μέσω των εδράνων, μέσω της ψήφου, μέσω της ακτιβιστικής μας δράσης, μέσω του εθελοντισμού.

Ποιες είναι οι δυσκολίες δημιουργίας μιας κεντροαριστερής παράταξης με την συνένωση των κομμάτων του χώρου;

Η συνεργασία στην Ελλάδα είναι μια έννοια ελαφρώς δαιμονοποιημένη. Δεν το συναντάμε μόνο στην πολιτική. Ακόμη και επαγγελματικά, έχουμε μάθει να στήνει ο καθένας το δικό του μαγαζάκι και να περιχαρακώνεται σε αυτό ανεξαρτήτως δυνατοτήτων, αποτελεσματικότητας, ανταγωνισμού. Άρα ποια η λύση; Συνεργασία άνευ όρων; Προφανώς και όχι. Απαραίτητο στοιχείο σε κάθε συνεργασία είναι η συμφωνία σε βασικές αρχές μεταξύ των μερών, οι κοινές αξίες και η διάθεση για δουλειά. Αν καταλήξεις σε αυτά τότε ναι, υπάρχουν ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας. Μην ξεχνάμε βέβαια ότι οι συνεργασίες μπορούν να λάβουν χώρα όχι μόνο προεκλογικά αλλά και κοινοβουλευτικά. Στην ψήφιση ή την καταψήφιση νομοσχεδίων, στην στήριξη κοινοβουλευτικών θέσεων, στο αντιπολιτευτικό έργο.

Πώς θα χαρακτήριζες τη σημερινή κυβέρνηση; 

Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν πρόκειται για παραδοσιακή κυβέρνηση. Είναι ένα ιδιότυπο μόρφωμα με αριστερά και ακροδεξιά χαρακτηριστικά – η κοινωνική ανθρωπολογία θα το έβρισκε εξαιρετικά ενδιαφέρον, είμαι σίγουρη – που συντάχθηκαν σε συνασπισμό με σκοπό την κατάληψη της καρέκλας. Αν κάτι αποστρέφομαι, αυτό είναι ο λαϊκισμός, η ασυνέπεια και η εκμετάλλευση της ελπίδας. Διακυβέρνηση αλλοπρόσαλλη, καταστροφική, διχαστική σε μία χώρα στο χείλος του γκρεμού. Αν έπρεπε να καταλήξω σε δύο λέξεις αυτές θα ήταν πολιτική αλητεία.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας που την κρατάει πίσω σε μια πραγματική αλλαγή;

Κατηγορηματικά η νοοτροπία. Ακόμη και αν γνωρίζαμε ότι σε ένα μήνα από τώρα ξεκινάμε απαλλαγμένοι από τα οικονομικά βαρίδια του παρελθόντος (πρόσφατου και παλαιότερου),θα καταλήγαμε πάλι σύντομα σε οριακό σημείο. Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι στην πολιτική δεν υπάρχουν ανώδυνες λύσεις. Χρειάζεται σοβαρή δουλειά και αλλαγή γενιάς.

Η πολιτική και οι πολιτικοί στην Ελλάδα έχουν αποκτήσει κακή φήμη.Πού οφείλεται και πώς μπορεί να αλλάξει;

Σκάνδαλα, έλλειψη κατάρτισης και οράματος, κοινωνική αναλγησία, οι βασικότεροι παράγοντες που συντελούν στην κακή φήμη των πολιτικών προσώπων. Και κάπου εδώ μπαίνει ο κυρίαρχος λαός. Οι πολιτικοί δεν μας επιβάλλονται άνωθεν, από κάποια θεία δύναμη.Τους εκλέγουμε εμείς. Τα τινά είναι δύο.Ή τόσα χρόνια υφήρπαζαν με τερτίπια την ψήφο μας τα λάθος άτομα ή αυτοί που επιλέγαμε ήταν -και λυπάμαι που το λέω- ο καθρέφτης μας. Πιθανότατα ισχύουν και τα δύο σε ένα βαθμό.

Πρώτο βήμα λοιπόν να αποδεχτούμε ότι φέρουμε ευθύνη για τις επιλογές μας και άρα για την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα. Επόμενο βήμα να ψηφίζουμε συνειδητοποιημένα. Και κυρίως, να ψηφίζουμε. Αν απέχεις,μην έχεις και πολλές αξιώσεις.

Περίπου το 40-45% των πολιτών απέχει από τη διαδικασία των εκλογών. Πού οφείλεται και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί; Παρότι μας αφορά όλους,η πολιτική διαχείριση των τελευταίων ετών έδωσε την εντύπωση ότι η πολιτική είναι υπόθεση των λίγων. Οι κομματικοί μηχανισμοί είναι εν πολλοίς μπετοναρισμένοι, η γλώσσα παραμένει ξύλινη, στην εξουσία εναλλάσσονται τα ίδια συμφέροντα,η διάθεση ότι δεν υπάρχουν υγιείς επιλογές και ενδεχόμενο αλλαγής είναι διάχυτη. Να μην ξεχνάμε όμως ότι η χαρά των καθεστώτων, αυτό στο οποίο οφείλουν τη διατήρηση τους, είναι η αδράνεια. Όπως ανέφερα και προηγουμένως, όταν επιτρέπεις να αποφασίζει για λογαριασμό σου ένα περιορισμένο τμήμα του πληθυσμού, πρέπει να είναι έτοιμος να δεχτείς και τις συνέπειες. Σε μεγάλο βαθμό λοιπόν η αντιμετώπιση θα έρθει από την προσωπική ενεργοποίηση του πολίτη για ανατροπή των κακώς κειμένων

Ποιον πολιτικό – Έλληνα ή μη – θεωρείς αξιόλογο ή έχεις ως πρότυπο;

Επιχειρώντας μια ακροβασία μεταξύ διαφορετικών προσωπικοτήτων, καταλήγω ότι με γοητεύουν ιδιαίτερα πολιτικοί που ανέλαβαν σε περιόδους κρίσης όπως ο Frankin D. Roosevelt, το όραμα των Founding Fathers, η διάθεση για ριζική αναδιάρθρωση του Ελευθερίου Βενιζέλου,η συνέπεια του Νέλσον Μαντέλα, το κοινωνικό προφίλ του Μπάρακ Ομπάμα.

Θεωρώντας ότι είσαι υπέρ της διατήρησης και ενίσχυσης της Ε.Ε., πιστεύεις ότι η υιοθέτηση Ευρωσυντάγματος είναι θετικός παράγοντας και γιατί;

Προσωπικά θεωρώ αδιαπραγμάτευτη την παραμονή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ανάγκη από κοινού χάραξης στρατηγικής εντός αυτής ως βασικός εταίρος. Παρόλα αυτά, τη δεδομένη στιγμή είναι νωρίς για να μιλήσουμε για πολιτική ολοκλήρωση μέσω υιοθέτησης Ευρωσυντάγματος σε μία ένωση στους κόλπους της οποίας αυξάνεται ο ευρωσκεπτικισμός. Για να μιλήσω με όρους εμπορικούς, όταν η πελατεία σου αμφισβητεί το προϊόν σου και δεν σε στηρίζει οικονομικά στον ίδιο βαθμό όπως παλαιότερα, είναι ρίσκο να κάνεις επιχειρηματικό άνοιγμα. Για να έχει νόημα ξανά η συζήτηση περί καθιέρωσης μιας Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης, πρωτεύουσα είναι η καταπολέμηση των ευρωσκεπτικιστικών φωνών στους ευρωπαϊκούς λαούς αλλά και η εμφύσηση νέας πνοής στο ευρωπαϊκό ιδεώδες από τους πολιτικούς του διαχειριστές. Όταν μιλάμε για Ευρωσύνταγμα επανερχόμαστε στη λογική των συνεργασιών. Και αυτό γιατί, για να καταλήξουν τα συμβαλλόμενα μέρη σε ένα κείμενο που θα τα δεσμεύει, απαιτείται consensus. Αλλά μήπως η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ιδρυτικές της συνθήκες είναι κάτι διαφορετικό από αυτό;

 

Συνέντευξη: Νίκος Μοτάκης

Ένα από τα θέματα που έχουν  έρθει στο προσκήνιο αυτό το διάστημα είναι οι τηλεοπτικές άδειες και ο τρόπος λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών γενικότερα. Αφήνοντας κατά μέρος τους μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλαδικής εμβέλειας, μας κέντρισε το ενδιαφέρον ο τρόπος λειτουργίας και η συμβολή των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών, έτσι, βρήκαμε και «ανακρίναμε» έναν παρουσιαστή τηλεοπτικού σταθμού περιφερειακής εμβέλειας που εδώ και πέντε χρόνια συμπαρουσιάζει την επιτυχημένη ενημερωτική – ψυχαγωγική εκπομπή «στο κόκκινο».

Ο Νίκος Μοτάκης, γεννηθείς 24/5/1971, είναι ένας πολυπράγμων που βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση και αναζητά νέες διεξόδους έκφρασης και δημιουργίας. Με σπουδές στην υποκριτική έχει συμμετάσχει σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις, ταινίες – όπως «Παράδεισος στη Δύση» του Γαβρά, τηλεοπτικές σειρές. Είναι ραδιοφωνικός παραγωγός για περίπου 15 χρόνια κ συνεχίζει, είναι αναγνωρισμένος Dj στα Χανιά παίζοντας soul, funky,disco pop rock k μαύρη μουσική κ.α. Αυτό τον καιρό είναι υπεύθυνος σε ένα από τα καλύτερα καφε μπαρ της πόλης το Draft και  τέλος, είναι επιτυχημένος παρουσιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό Νέα Τηλεοράση Κρήτης στην εκπομπή ‘Στο Κόκκινο’ που προβάλεται καθημερινά 16.00- 18.00. Αν τον «ανακρίνουμε» λοιπόν…

Πως προέκυψε η επαγγελματική σας ενασχόληση ως παρουσιαστής;

Η αλήθεια είναι ότι αποτελεί «απορίας άξιο», αν αναλογιστεί κανείς ότι φοβόμουν την έκθεση. Αρχικά, είχα στήλη στην εκπομπή της τωρινής συμπαρουσιάστριάς μου Γωγώ Καλληδονάκη ωμε την οποία είμαστε πολύ καλοί φίλοι και έχουμε άριστη χημεία. Έτσι, προέκυψε η πρόταση να κάνουμε μαζί μία εκπομπή.

Που οφείλεται η επιτυχία σας;

Θεωρώ ότι η επιτυχία της εκπομπής οφείλεται στη χημεία που έχουμε. Το γεγονός ότι υπάρχει οικειότητα μεταξύ μας δίνει τη δυνατότητα να εκφραζόμαστε ελεύθερα, αυθόρμητα, και ο αυθορμητισμός είναι συνώνυμο της αυθεντικότητας και αυτό είναι – πιστεύω – που κρατάει τον κόσμο τελικά. Να είσαι ο εαυτό σου και να μην πέφτεις στην παγίδα του να προσπαθείς να γίνεις αρεστός σε όλους.

Είναι ποιοτική η ελληνική τηλεόραση;

Αν και δουλεύω σε αυτή βλέπω σπάνια και για να είμαι ειλικρινής συνήθως απογοητεύομαι. Ακόμα και η ΕΡΤ που συχνά «δηλώνει» ότι επωμίζεται την παραγωγή ποιοτικών προγραμμάτων και αυτό έχει τις παγίδες του, γιατί άλλο σοβαρό και άλλο σοβαροφανές, δηλαδή η επιδίωξη του να πείσεις τον άλλον ότι εσύ διαφέρεις και ασχολείσαι με την «κουλτούρα». Ωστόσο, για να είμαστε δίκαιοι έχουν παρουσιαστεί και κάποιες καλές δουλειές και στην ιδιωτική και τη δημόσια τηλεόραση. Ίσως τη δεκαετία του ΄90 περισσότερο όπου ήταν ακόμα στην αρχή της, άρα όλα έμοιαζαν μάλλον και πιο αθώα. Όπως και να έχει πάντως αυτή είναι η προσωπική μου γνώμη. Κατά βάση πιστεύω ότι όλα είναι θέμα προσωπικών επιλογών, κανείς δεν μας εξαναγκάζει να δούμε κάτι αν δεν το θέλουμε. Άρα, ο καθένας επιλέγει με βάση τη δική του αισθητική και γούστο τι του αρέσει να παρακολουθεί. Υπάρχει αρκετή πολυφωνία και πιστεύω θα έπρεπε να υπήρχε ακόμα περισσότερη. Ακόμα, υπάρχει η συνδρομητική τηλεόραση και το διαδίκτυο οπότε οι επιλογές κάποιου είναι πολύ περισσότερες τελικά.

Καθώς θίξατε το θέμα μου και καθώς έχετε εμπειρία σε διάφορους καλλιτεχνικού χώρους, θα ήθελα το σχόλιο σας γι’ αυτούς, και κυρίως πως βλέπετε το μέλλον τους τώρα που το internet έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας.

Όλοι λίγο πολύ μία τηλεόραση την έχουν, ακόμα και σπίτι να μην έχουν – που λέει ο λόγος – μία τηλεόραση θα την έχουν, με όλα τα καλά και τα κακά που εμπεριέχει αυτό. Δεν νομίζω ότι θα πάψει ποτέ να υπάρχει τηλεόραση, όπως δεν έπαψαν να υπάρχουν και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί όταν μπήκε στη ζωή μας η τηλεόραση. Όντας ραδιοφωνικός παραγωγός για περίπου 15 χρόνια πιστεύω ότι το ραδιόφωνο έχει μια άλλη μαγεία… Πάντα θα θέλουμε να ακούσουμε κάποιον να μας μιλάει και η φαντασία μας να δημιουργεί την εικόνα. Το σινεμά βέβαια έχει και αυτό τη δική του μαγεία. Όσον αφορά, τέλος, το διαδίκτυο πιστεύω είναι ότι καλύτερο έχει συμβεί στην ανθρωπότητα στους τομείς της πληροφόρησης και της ψυχαγωγίας και όχι μόνο. Αλλά, μιλώντας για την Ελλάδα, πιστεύω ότι ο κόσμος δεν είναι έτοιμος να διαχειριστεί τόση πληροφορία και να φιλτράρει…

Ποια είναι η συμβολή και η σημαντικότητα της περιφερειακής τηλεόρασης;

Οι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί έχουν πολιτιστικό-ενημερωτικό χαρακτήρα, καθώς ασχολούνται κυρίως με τα τεκταινόμενα της περιφερειακής κοινότητας που εδρεύουν. Για μένα πλέον το κίνητρο είναι η περιφέρεια. Παρόλο που δεν υπάρχουν τα μέσα (οικονομικά κυρίως), μπορεί κάποιος, αν το θελήσει, να παρουσιάσει κάτι αξιόλογο. Το σημαντικό είναι, όσον αφορά κυρίως την τηλεόραση ότι υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία. Υπάρχουν μεν και εδώ οι χορηγοί κλπ. αλλά τα πράγματα είναι πολύ πιο ελεύθερα και αυθόρμητα. Επίσης, θεωρώ ότι οι τοπικές κοινωνίες στηρίζουν τους τηλεοπτικούς σταθμούς του τόπου τους, τουλάχιστον εδώ στην Κρήτη υφίσταται αυτό, αλλά θέλω να πιστεύω ότι και στα υπόλοιπα μέρη θα ισχύει το ίδιο.

Ποια η γνώμη σας για το ζήτημα που έχει δημιουργηθεί με τις τηλεοπτικές άδειες;

Δεν έχω ασχοληθεί διεξοδικά με το θέμα, ωστόσο, δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς είναι αυτό που ενοχλεί: οι πολλές φωνές ή οι κακές φωνές; Γιατί οι κακές φωνές με τη λογική του πληρώνω και παίρνω την άδεια δεν διορθώνεται, το ότι θα μειωθεί δηλαδή ο αριθμός των αδειών δεν σημαίνει ότι θα σταματήσουν να υπάρχουν κακές φωνές. Πιστεύω δεν είναι ξεκάθαρα τα κριτήρια και γενικά πιστεύω πρέπει να μπουν κριτήρια, όμως άλλα από αυτά που επιχειρείται να μπουν τώρα. Το να πάρουν τις άδειες οι τέσσερις πιο οικονομικά ισχυροί δεν νομίζω ότι θα λύσει το πρόβλημα που υπάρχει στην ελληνική τηλεόραση. Το πρόβλημα δεν είναι η πολυφωνία αλλά η αξιοκρατία – γενικότερο πρόβλημα στην Ελλάδα θα έλεγα – δηλαδή, όλοι θέλουν να βολέψουν τον δικό τους ασχέτως αν το αξίζει, δεν αξιολογούν στην ελληνική τηλεόραση, για να σου δώσουν σημασία πρέπει να σε συστήσει κάποιος.

Που οφείλεται πιστεύετε η παρουσία τόσο πολλών «κακών» φωνών στην ελληνική τηλεόραση;

Το στημένο, το δήθεν γίνεται αντιληπτό αμέσως και αποτυγχάνει. Πιστεύω και αυτή είναι η παγίδα στην οποία πέφτουν τα μεγαλύτερα κανάλια: επενδύουν στα projects και όχι στις ανθρώπινες σχέσεις… Επίσης, οι παρουσιαστές συνήθως θέλουν να μιλάνε και όχι να ακούσουν, οπότε ο καλλιτέχνης ουσιαστικά έρχεται σε 2η μοίρα, ενώ θα έπρεπε να είναι το επίκεντρο. Ακόμα, μοιάζουν όλα σαν να έχουν βαλτώσει στην ελληνική τηλεόραση, πρέπει να διευρύνει τους ορίζοντές της και να τραβήξει κόσμο που συνειδητά πλέον έχει επιλέξει να μην την βλέπει. Για παράδειγμα, στην πρωινή ζώνη πόσα χρόνια τώρα έχει τσιφτετέλια στις δέκα το πρωί – πόσες φορές πια να τα ακούσει κανείς! Αλλά και οι τάχα ποιοτικές εκπομπές στην ίδια ζώνη περισσότερο εκπέμπουν σοβαροφάνεια παρά ποιότητα. Η ζωή έχει και γέλιο και κλάμα, δεν είναι «φλατ» κατάσταση, άρα δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και από την τηλεόραση να τα έχει όλα αυτά, όμως λείπει το μέτρο και πάνω από όλα η ειλικρίνεια.

Τα χρήματα στην τηλεόραση είναι αρκετά ώστε να μπορεί να βιοποριστεί κάποιος από εκεί; (και σε τοπικό και σε πανελλαδικό επίπεδο).

Πιστεύω ότι είναι αρκετά δύσκολο να βιοποριστείς μόνο από αυτή. Ωστόσο, βοηθάει με έμμεσο τρόπο, δηλαδή, η αναγνωσιμότητα που μπορεί να αποκτήσει κάποιος μέσα από αυτή τον βοηθάει να σταθεί στην ευρύτερη αγορά εργασίας.

Υπάρχει κάποια ιδιαίτερη στιγμή από την εκπομπή σας που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;

Η κάθε εκπομπή είναι γενικότερα για μένα σαν ψυχοθεραπεία, πάντα φεύγω με χαμόγελο από εκεί και αυτό για μένα είναι το ουσιαστικό. Ωστόσο, για να αναφέρω και κάποια πιο ιδιαίτερα παραδείγματα οι τηλεμαραθώνιοι είναι πάντα για μένα αυτοί με τη μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση.

Τι θα λέγατε σε κάποιον νέο ή νέα που θα ήθελε να ασχοληθεί με την παρουσίαση σε τηλεοπτικό σταθμό; 

Να είναι ο εαυτός του τίποτα άλλο, εξάλλου γιαυτό τον κάλεσαν. Οτιδήποτε άλλο θα αποτύχει

Συνέντευξη Χρήστος Δαμιανάκης

Ο Χρήστος Δαμιανάκης δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο χώρο της μουσικής από το 2003. Είναι τελειόφοιτος της Νομικής του Πανεπιστημίου της Macerata στην Ιταλία και έχει κάνει σπουδές και πάνω στη μουσική. Έχει μεγαλώσει στην Αθήνα και από το 2007 το μεγαλύτερο διάστημα διαμένει στα Χανιά από όπου και κατάγεται. Έχει κάνει εμφανίσεις σε Αθήνα, Άρτα, Ιταλία και Κρήτη. Αυτό το διάστημα εμφανίζεται σταθερά σε μουσική σκηνή στα Χανιά. Ασχολείται και πειραματίζεται με διάφορα είδη μουσικής και ετοιμάζει την πρώτη δισκογραφική του δουλειά. Όπως μας εξομολογείται ο ίδιος η ζωή του είναι ένα συνεχόμενο ταξίδι και κυριολεκτικά και μεταφορικά, αφενός γιατί ταξιδεύει συχνά καθώς διαμένει σε Ιταλία και Κρήτη, αφετέρου γιατί η μουσική του δίνει τη δυνατότητα να «ταξιδεύει»… Ας δούμε όμως τί απαντάει ο ίδιος στις ερωτήσεις μας.

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με τη μουσική;

Η ενασχόλησή μου με τη μουσική γενικότερα ξεκίνησε σε ηλικία 8 χρονών. Επηρεασμένος από τα δυο μεγαλύτερά μου αδέρφια που παίζανε κιθάρα, και καθώς ο ήχος της μου είχε γίνει πολύ οικείος, ξεκίνησα τα πρώτα μου μαθήματα. Βέβαια, για να είμαι απολύτως ειλικρινής τα πρώτα μαθήματα που έκανα ήταν σε μπουζούκι, αλλά δεν μου ταίριαξε καθόλου κι έτσι, σχεδόν αμέσως, οδηγήθηκα στην κιθάρα όπου φέτος ‘’κλείσαμε’’ μαζί 20 χρόνια! Στη συνέχεια το ένα έφερε το άλλο και κατέληξε επάγγελμα.

Πες μας για τις σπουδές σου πάνω στη μουσική.

Όπως προανέφερα, ξεκίνησα κιθάρα σε ηλικία 8 χρόνων. Αργότερα, μέσω Πανελληνίων πέρασα στη σχολή Μουσικής Τεχνολογίας στο ΤΕΙ Ηπείρου (Άρτα), όπου καθηγητές μου ήταν ο Δημήτρης Μυστακίδης που ενδεχομένως να είναι ο καλύτερος λαϊκός κιθαρίστας της χώρας με μεγάλο ‘’έργο’’ στην λαϊκή κιθάρα, όπως, επίσης, και ο Μπάμπης Παπαδόπουλος από το συγκρότημα «Τρύπες» που οι παλιότεροι θυμόμαστε τί στίγμα έχει αφήσει αυτή η μπάντα. Στη συνέχεια, έκανα μαθήματα φωνητικής με τη Σοφία Βόσσου, όπου πλέον έχουμε αναπτύξει μια ξεχωριστή σχέση και έχουμε κάνει και κοινές εμφανίσεις με τελευταία τον περασμένο Ιούλιο στα Χανιά. Η κιθάρα είναι το μουσικό όργανο που παίζω, τώρα αν κάτσω λίγη ώρα κάτι θα θυμηθώ από το μπουζούκι και ίσως παίξω και κάποιον ρυθμό στα τύμπανα. Σίγουρα το να παίζεις κάποιο μουσικό όργανο σε βοηθάει ν’ αποκτήσεις μουσικότητα και εξασκείται περισσότερο το αυτί, που λέμε οι μουσικοί, με αποτέλεσμα να τραγουδάς πιο σωστά. Αυτό βέβαια δεν είναι απόλυτο γιατί έχουμε ακούσει τραγουδιστές-τραγουδίστριες που δεν παίζουν κάποιο μουσικό όργανο αλλά φωνητικά είναι άψογοι.

Πόσα χρόνια δραστηριοποίησε επαγγελματικά;

Το πρώτο μου ερασιτεχνικό live ήταν  το 2003 στα πλαίσια της Ανθοκομικής Έκθεσης του Δήμου Κηφισιάς κι εκεί κατάλαβα την μαγεία της επαφής με το κοινό. Πρώτη μου επαγγελματική εμφάνιση έγινε λίγους μήνες αργότερα σε bar της Αθήνας και σταθερές live εμφανίσεις ως φοιτητής το 2005 σε bar της Άρτας όπου έμεινα για δυο χρόνια μέχρι να έρθω στα Χανιά. Αργότερα, ακολούθησαν και κάποιες εμφανίσεις σε bar της Macerata στην Ιταλία που ήμουνα για τις σπουδές της Νομικής πλέον. Η εμπειρία αυτή ήταν πρωτόγνωρη για μένα γιατί ήρθα σε επαφή με κοινό από άλλες εθνικότητες όπως Ιταλούς, Ισπανούς, Άγγλους, και έπρεπε να προσαρμόσω ανάλογα το πρόγραμμα μου. Έτσι, ασχολήθηκα και με κομμάτια άλλων χωρών ώστε να καλύψω, όσο περισσότερο μπορώ, τις προσδοκίες των παρευρισκομένων.

Έχουν κυκλοφορήσει δικά σου τραγούδια, πες μας γι αυτά.

Έχω ανεβάσει ένα μικρό δείγμα της δουλειάς μου στο YouTube γιατί θεωρώ ότι όλοι οι καλλιτέχνες πρέπει ν’ αφήνουν το στίγμα τους ανεξάρτητα αν αρέσει ή όχι. Υπάρχουν ακόμα πολλά κομμάτια έτοιμα που δεν έχω δημοσιεύσει μέχρι τώρα γιατί θέλω σε λίγο καιρό να τα εκδώσω δισκογραφικά. Κάθε κομμάτι είναι μια πραγματική ιστορία είτε δική μου, είτε φίλων μου ή ακόμα και από κάποιο γεγονός που είδα ή άκουσα στα ΜΜΕ.

Ποια είδη τραγουδιού προτιμάς να τραγουδάς;

Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση και μου δίνει το βήμα να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα. Τα πρώτα μου ακούσματα ήταν από την ξένη και ελληνική rock σκηνή, όπως και από την ‘’έντεχνη’’. Έμενα όμως, μετά από 20 χρόνια, μ’ αρέσει η μουσική γενικά και δεν μπορώ να τη διαχωρίσω σε είδη! Τραγουδάω όποιο κομμάτι μου κάνει κλικ, το οποίο μπορεί να είναι  είτε το λεγόμενο ‘’έντεχνο’’ (λάθος όρος), είτε λαϊκό, ή ρεμπέτικο, ακόμα και σκυλάδικο!! Βέβαια, σίγουρα θα πούμε και κάποια κομμάτια που θέλει ν’ ακούσει το κοινό και που μπορεί να μη μας εκφράζουν τόσο. Όμως, αυτή την εποχή το κοινό που θα έρθει να σε ακούσει σε επιλέγει – καθώς βγαίνει μια φορά την εβδομάδα – και θα πρέπει να το σεβόμαστε και να κάνουμε αυτό που χρειάζεται ώστε να περάσει ο κόσμος μια ευχάριστη βραδιά. Θέλω όμως ν’ αναφερθώ και σε κάτι που ακούγεται, από κάποια μειοψηφία στα Χανιά, που δουλεύω τα τελευταία χρόνια. Κάποιοι «κολλάνε εύκολα ταμπέλες», λένε, λοιπόν, ότι είμαι ‘’ έντεχνος’’ – όχι βέβαια κακοπροαίρετα – πρέπει όμως να καταλάβει αυτή η μειοψηφία ότι είμαι επαγγελματίας μουσικός-τραγουδιστής. Μου αρέσουν και οι Κατσιμίχες και ο Τερλέγκας και  δε νομίζω σε πολλούς ‘’έντεχνους’’ τραγουδιστές να χορεύει ο κόσμος στα τραπέζια…

Πόσο εύκολο είναι για έναν νέο τραγουδιστή να κάνει καριέρα σήμερα στην Ελλάδα τηςκρίσης;

Επίσης ωραία ερώτηση. Εδώ θεωρώ ότι υπάρχουν δυο κατηγορίες τραγουδιστών. Στην πρώτη ανήκουν αυτοί που ανέρχονται μέσω δημοσίων σχέσεων και λιγότερο μέσω της δουλειάς τους γιατί οι ισορροπίες είναι λεπτές και κάποιοι επηρεάζονται περισσότερο από το ‘’φαίνεσθαι’’ παρά από την ίδια τη μουσική. Αυτή η νοοτροπία δημιουργεί τις συνθήκες ώστε να αναδειχθούν στο χώρο της μουσικής άτομα με επιεικώς μέτρια φωνή αλλά άριστο ταλέντο στις δημόσιες σχέσεις. Έτσι, κάποιοι επιχειρηματίες κέντρων διασκεδάσεως που απώτερος σκοπός τους είναι το κέρδος τους προτιμούν και τους προωθούν. Το θέμα δεν είναι μόνο να γεμίζουν τα μαγαζιά, που αυτό μπορεί να γίνει από γνωριμίες του εκάστοτε ιδιοκτήτη ή του προσωπικού ή ακόμα και από μια κοπή πίτας… Το θέμα είναι αυτοί που θα φύγουν να είναι κι ευχαριστημένοι!  Και από την άλλη υπάρχει και η κατηγορία των τραγουδιστών που επιλέγουν τον δύσκολο δρόμο δουλεύοντας σωστά και με συνέπεια σε αυτό που κάνουν και δεν αναλώνονται μόνο στην αίγλη που μπορεί να τους προσφέρει το επάγγελμα αυτό. Τώρα για ν’ απαντήσω ευθέως και στην ερώτηση, όσο εύκολο είναι στην Ελλάδα να κάνεις καριέρα σαν τραγουδιστής τόσο δύσκολο είναι. Πρέπει πάντως κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσει ο καθένας τι κάνει, όπως και στα περισσότερα επαγγέλματα, γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι στην Ελλάδα – κι ας ακούγεται κοινότοπο – ότι δηλώσεις είσαι.

Μπορεί ένας τραγουδιστής, ή και ένας καλλιτέχνης γενικότερα, να επιβιώσει μόνο μέσα από την δουλειά του στη χώρα μας;

Θεωρώ ότι είναι αρκετά δύσκολο, ειδικά αν εργάζεται στην Αθήνα, να επιβιώσει μόνο μέσα από την τέχνη. Για να γίνει αυτό, μιλώντας πάντα για την Αθήνα, θα πρέπει να δικτυωθεί αρκετά για να μπει σε χώρους όπου πληρώνουν όπως θα έπρεπε έναν καλλιτέχνη. Στην επαρχία τώρα, και στα Χανιά συγκεκριμένα όπου δουλεύω τα τελευταία χρόνια, νομίζω ότι είναι πιο εύκολο να επιβιώσεις. Το λέω αυτό γιατί υπάρχουν αρκετά μικρά μαγαζιά με live που τα περιλαμβάνουν όλα: μουσική, φαγητό, ποτό, τραγούδι, χορό και σε φυσιολογικές τιμές. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό έχει αρχίσει να γίνεται «μόδα» και σε μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Προσωπικά τώρα, μετά από τόσα χρόνια, έχω καταφέρει και ζω αξιοπρεπώς από τη δουλειά μου και νιώθω ευτυχής γι’ αυτό γιατί είναι δύσκολο στις μέρες μας να κάνει κάποιος αυτό που αγαπά και να ζει από αυτό.

Ποιοι πιστεύεις είναι σήμερα οι πιο δημοφιλείς τρόποι για να γίνει γνωστός ένας τραγουδιστής; Εσύ ποιον ή ποιους από αυτούς έχεις ακολουθήσει ή σκοπεύεις να ακολουθήσεις;

Ο τρόπος που θεωρώ καλύτερο είναι και αυτός που έχω επιλέξει. Προσωπικά σέβομαι από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο που έχει επιλέξει εμάς για την ψυχαγωγία του προσπαθώντας συνεχώς ώστε να γίνομαι καλύτερος σε αυτό που κάνω. Θεωρώ ότι πρέπει όλοι οι καλλιτέχνες να είμαστε σ’ εγρήγορση γιατί κάθε βραδιά είναι διαφορετική και πρέπει να μπεις στην ψυχολογία του κόσμου και να καταφέρεις να τους κάνεις να νιώσουν οικεία ώστε να γίνουμε όλοι μια παρέα.

Κάποια κορυφαία συναισθηματικά στιγμή στην επαγγελματική σου πορεία που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;

Είμαι τυχερός γιατί έχω αρκετές τέτοιες στιγμές στην πορεία μου μέχρι τώρα. Σίγουρα μια από αυτές είναι οι κοινές εμφανίσεις με την Σοφία Βόσσου που κάθε φορά είναι μια τεράστια εμπειρία για εμένα. Επίσης, το γεγονός ότι τρεις συνεχόμενες χρονιές ανοίγω την συναυλία του Στέλιου Ρόκκου στο beach bar «Άμμος και Ήλιος» που για μένα ήταν κάτι το μοναδικό να τραγουδάω μπροστά σε 4000 άτομα.

Ακόμα, μια πολύ όμορφη στιγμή ήταν το 2012 που πραγματοποίησα δυο θεματικές συναυλίες-αφιέρωμα με θέμα την μελοποίηση στο πανέμορφο παλιό λιμάνι των Χανίων και τις Βουκολιές και για ακόμη μια φορά ανακάλυψα τον πλούτο που υπάρχει στην Ελλάδα από Συνθέτες κι από ποιητές. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι όλα αυτά τα μελοποιημένα ποιήματα ‘’ταξίδεψαν’’ σε όλο τον κόσμο.

Μια ακόμη κορυφαία στιγμή που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας συνέβη πριν 2 χρόνια που βρέθηκα στ’ Ανώγεια στο καφενείο του Κ. Βασίλη Σκουλά. Καταλήξαμε, λοιπόν, στο ίδιο τραπέζι να παίζω κιθάρα και να τραγουδάμε με την παρέα που ήμασταν και τον Κ. Σκουλά να κάθεται μαζί μας και ν’ ακούει. Θυμάμαι χαρακτηριστικά που μου ζήτησε να του πω ένα κομμάτι που μου αρέσει πολύ. Πραγματικά είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος και πάρα  πολύ σεμνός αν αναλογιστεί κανείς το καλλιτεχνικό του ‘’μέγεθος’’.

Τέλος, μια πολύ όμορφη στιγμή ήταν φέτος το καλοκαίρι όταν ένα ζευγάρι επέλεξε ένα δικό μου κομμάτι με τίτλο «Ήρθες εδώ» για Blues του γάμου τους όπου πήγα στο Ηράκλειο και το έπαιξα live με την κιθάρα μου.

Ποια είναι η επαγγελματική σου δραστηριότητα αυτή την περίοδο και ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;

Φέτος συνεχίζω την σταθερή συνεργασία που έχω με το Benetto Moro τα τελευταία 3 χρόνια στην περιοχή του Κουμ Καπί στα Χανιά και εμφανίζομαι κάθε Παρασκευή παρέα με το  Νίκο Χότζα στα τύμπανα και το Νίκο Κατσανεβάκη στα πλήκτρα. Είναι μια συνειδητή επιλογή γιατί είχαμε διάφορες προτάσεις. Στο Benetto Moro αυτό που με κέρδισε από την πρώτη στιγμή ήταν η αμεσότητα που υπάρχει με τον κόσμο. Καταφέρνουμε όλοι μαζί με τους ιδιοκτήτες, το προσωπικό, τους μουσικούς κι εννοείται το κοινό να γίνουμε μια παρέα. Είναι πολύ όμορφο ο κόσμος να τραγουδάει μαζί σου, να χορεύει και να σου μιλάει, είναι αυτό που λέμε καλή χημεία. Πραγματοποιώ κι άλλες εμφανίσεις τα Σάββατα και τις Κυριακές στα Χανιά και ξεκινάμε και live σε Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Είμαι σε συζητήσεις και για κάποιες εμφανίσεις στην Αθήνα απλά προσπαθούμε να βρούμε ημερομηνίες. Θέλω κάποια στιγμή να εμφανισθώ και στη Θεσσαλονίκη που τη θεωρώ μια από τις τρεις πιο όμορφες πόλεις της Ελλάδας με ίσως την καλύτερη στη διασκέδαση και με ανθρώπους  πολύ φιλόξενους – μοιάζουμε πολύ σ’ αυτό Κρήτη και Θεσσαλονίκη. Φέτος, επίσης, ξεκινήσαμε μαζί με τον φίλο μου και πολύ καλό Dj,  Ανδρέα Γραμμένο, ένα νέο πάρτι με τίτλο Just a Note και κάναμε τρεις εμφανίσεις μέχρι στιγμής στο Raki n’ Roll στα Χανιά και τώρα ετοιμαζόμαστε για τις επόμενες εμφανίσεις μας σε μαγαζιά που θα κλείσουμε στο επόμενο διάστημα. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κόσμο που μας ακολουθεί και μας στηρίζει.

Τι θα έλεγες σε ένα νέο παιδί που θέλει να ασχοληθεί με τη μουσική;

Αυτό που θα συμβούλευα ένα νέο παιδί είναι ν’ ασχοληθεί απλά με την ίδια την μουσική και όχι με τα υπόλοιπα που περιστρέφονται γύρω της. Θα πρέπει όμως να πω ότι είναι κάτι πολύ δύσκολο αν επιλέξει να το κάνει επαγγελματικά γιατί ανεξάρτητα με την δική του ψυχολογία θα πρέπει να ‘’φτιάξει’’ την ψυχολογία του κόσμου που έρχεται να τον ακούσει σε  όποιο είδος κι αν επιλέξει. Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να  παίξει τσιφτετέλια για ν’ ανέβει η ψυχολογία του κόσμου. Τελευταίο όμως και σημαντικότερο είναι να σέβεται το κοινό και να υπάρχει σεμνότητα.

Θα ήθελα να κλείσουμε αυτή την όμορφη συζήτηση σχολιάζοντας μου την αγαπημένη σου φράση / ρίμα: »Μα ποτέ μου δεν ξεχνώ την παλιά τη γειτονιά μου, γιατί στο παγκάκι της πλατείας έχω χαράξει τα όνειρα μου».

Είναι σίγουρα μια από τις αγαπημένες μου ρίμες. Έζησα μια εφηβεία αρκετά έντονη, θα έλεγα, και είχα μια πολύ δεμένη παρέα από παιδί που υπάρχει μέχρι και σήμερα. Σαν παιδιά λοιπόν κάναμε πολλά όνειρα και μπορώ να πω ότι κάποια από αυτά έχουν πραγματοποιηθεί, σίγουρα όχι όλα, αλλιώς δε θα υπήρχε νόημα  να ονειρεύεσαι. Αυτή η ρίμα, λοιπόν, με εκφράζει απόλυτα αν σκεφτείς ότι κι εμείς σ’ ένα παγκάκι κάναμε όλα μας τα όνειρα, όπως πολλά παιδιά φαντάζομαι… Θα σου πω όμως κάτι αστείο γιατί έχει να κάνει άμεσα με την κουβέντα μας. Μαθητές ακόμα με τον κολλητό μου, Χρήστος κι αυτός, μου έπαιρνε για πλάκα συνέντευξη και με ρωτούσε για τις εμφανίσεις μου και για τα τραγούδια μου χωρίς σχεδόν να υπάρχει τίποτα από τα δύο τότε… και να που τώρα έγινε πραγματικότητα… Βέβαια, δεν ήταν ακριβώς το όνειρό μου οι συνεντεύξεις αλλά το να παίζω μουσική, το ένα όμως φέρνει το άλλο. Φυσικά και οι νέοι πρέπει να ονειρεύονται! Τα όνειρα σε κρατάνε διαρκώς σ’ εγρήγορση, μπορείς να φτιάξεις τον δικό σου κόσμο. Αρκεί, βέβαια, να μη μένεις αρκετό καιρό σ’ αυτόν, και να προσγειώνεσαι στην πραγματικότητα.

Συνέντευξη: Εύα Γκουντάρα (θεατρικός συγγραφέας)

Η αυτοδίδακτη Εύα Γκουντάρα έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο του θεάτρου ως θεατρικός συγγραφέας to 2014, παίρνοντας πολύ καλές κριτικές και αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις.

Γεννημένη τη δεκαετία των ‘80 με καταγωγή από την Βέροια, σπούδασε μηχανικός παραγωγής και διοίκησης, με μεταπτυχιακό στην επιχειρησιακή έρευνα και έχει θητεύσει σειρά ετών ως βοηθός καθηγητή στο Πολυτεχνείο Κρήτης. Ακόμα, υπήρξε γραφίστρια στην εφημερίδα “cosmos ths polis”.

Το θέατρο μπήκε στη ζωή της, όντας στην ιδιαίτερη πατρίδα της την Βέροια, σε ηλικία 4 ετών, όπου οι γονείς της την πήγαν στην παράσταση “κι όμως κάπως έτσι”, όπου μαγεύτηκε και της δημιουργήθηκε η έντονη περιέργεια να δει και να μάθει όσα συμβαίνουν πίσω από τη σκηνή. Έκτοτε, είναι μία επαγγελματίας θεατής αλλά και μια εκκολαπτόμενη θεατρική συγγραφέας που αξίζει την προσοχή μας.

Ας δούμε τι μας λέει η ίδια:

ΕΛΕΝΑ: Πως προέκυψε η συγγραφή στη ζωή σου; Πως σου έρχεται η έμπνευση; Και ποια είναι τα θέματα που σε κεντρίζουν για να γράψεις;

ΕΥΑ: Πάντα είχα την τάση να εκφράζομαι μέσω του γραπτού λόγου. Δεν μπορώ να πω ότι με εμπνέει κάτι συγκεκριμένο γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχει δική μας έμπνευση. Αυτό που υπάρχει είναι τα ερεθίσματα, τα οποία παίρνουμε από τους γύρω μας. Έτσι, όσα γράφω δεν προκύπτουν από ένα συγκεκριμένο θέμα με το οποίο αποφάσισα να ασχοληθώ, αλλά αποτελούν μία σύνθεση ερεθισμάτων που οδηγούν σε αυτό το αποτέλεσμα. Όταν ξεκινάω να γράψω ξέρω τι είναι αυτό που θέλω να πω, που έχω ανάγκη να εκφράσω, αλλά το πώς θα δομήσω το λόγο μου αυτό έρχεται εν τη ρύμη του λόγου, ασυνείδητα…

ΕΛΕΝΑ: Ενδέχεται να ασχοληθείς με το χώρο της λογοτεχνίας ή το χώρο του κινηματογράφου συγγραφικά; Είναι ένα βήμα που θα έκανες ή σε ενδιαφέρει μόνο η συγγραφή θεατρικών έργων;

ΕΥΑ: Η ζωή είναι μαγική, συνηθίζει να μας μαγεύει με τις εμπειρίες που μας φέρνει η κάθε μέρα της, νέες εμπειρίες και ανατροπές, αρκεί να θέλουμε να τις ζήσουμε, να τις γευτούμε… Για εμένα, λοιπόν, δεν αποκλείεται τίποτα και δεν υπάρχει η λέξη “ποτέ”. Άρα, δεν αποκλείω τίποτα…

ΕΛΕΝΑ: “Το φυτό” είναι το πρώτο θεατρικό έργο σου που παραστάθηκε. Αποτελεί και το πρώτο θεατρικό που έγραψες; Πως προέκυψε η συγγραφή του;

Έχω γράψει δύο ολοκληρωμένα θεατρικά έργα και “Το φυτό” είναι το πρώτο που ανεβαίνει στη σκηνή. Η συγγραφή του βασίστηκε στην ιδέα του φίλου μου Δημήτρη Μπικουβαράκη.

ΕΛΕΝΑ: Πες μας λίγα λόγια για το πρώτο σου θεατρικό έργο “Το φυτό”.

ΕΥΑ: Πρόκειται για μία τραγικομωδία που παραπέει στο σουρεαλισμό και στην πραγματικότητα. Οι ήρωες μόλις βρίσκουν την πραγματικότητα την αφήνουν από φόβο και επιστρέφουν στο σουρεαλισμό γιατί τους χειραγωγεί η κακή εκδοχή του εγώ τους… Όμως, στο τέλος μένει η πραγματικότητα που ραγίζει…

Είναι μία επισήμανση της έλλειψης επικοινωνίας των νέων γενεών. Οι νέες γενιές χάνονται μεταξύ τους… Χάνουν την επικοινωνία, κρύβονται πίσω από οθόνες και από ένα αποστειρωμένο λεξιλόγιο που δεν αντιπροσωπεύει καν την ελληνική μας γλώσσα. Ακόμα, το πως φαίνομαι και πως πρέπει να φαίνομαι για να με αποδεχτούν οι άλλοι είναι ένα “τρυπάκι” στο οποίο έχει πέσει η νέα γενιά χάνοντας το πως είμαι στην πραγματικότητα. Έτσι, η κοινωνία έχει γεμίσει από επιφανειακά χαρούμενους ανθρώπους και στο βάθος θλιμμένους…

Πρόκειται για ένα διανυσματικό έργο, το οποίο έχει δύο διανύσματα – στη γλώσσα του θεάτρου θα λέγαμε δύο αναγνώσεις: την ψυχαγωγική όπου ο θεατής προσδοκάται να περάσει καλά και να γελάσει και το διάνυσμα της σκέψης και του προβληματισμού, πρόκειται για όλα αυτά τα νοήματα που ο θεατής μπορεί να δει πίσω από την κωμωδία και την ατάκα, να διαβάσει τους συμβολισμούς του. Και φυσικά υπάρχει και η συνιστώσα των διανυσμάτων όπου προσδοκάται  ο θεατής να ψυχαγωγηθεί και να προβληματιστεί συνάμα.

Αν ο θεατής μπορέσει μέσα από τον προβληματισμό να γίνει έστω κι ένα νανοχιλιοστό καλύτερος είτε με τον εαυτό του είτε με τους ανθρώπους του στενού περιβάλλοντός του, για εμένα, αυτή θα είναι η τεράστια ικανοποίηση και ευχαρίστηση, κάτι που θεωρώ ότι αυτό ισχύει για κάθε καλλιτέχνη.

ΕΛΕΝΑ: Πώς ένιωσες όταν έγινε η πρεμιέρα του έργου σου;

ΕΥΑ: Έκλαιγα από συγκίνηση από τη γενική πρόβα ως την πρεμιέρα… έπειτα, βέβαια, ήρθαν και τα χαμόγελα…

Για εμένα ήταν διπλή συγκίνηση η πραγματοποίηση της παράστασης γιατί έχω χάσει τον πατέρα μου αρκετά νωρίς και ήταν ο μόνος που έλεγε από τότε που ήμουν μικρή ότι μια μέρα κάτι θα γράψω… Ελπίζω από κάπου να το έβλεπε αυτό… Έτσι, η δουλειά αυτή και ότι προκύψει στο μέλλον θα είναι πάντα αφιερωμένα σε αυτόν…  Άλλωστε, ήταν εκείνος ο πρώτος που με εξωθούσε σε ωραία αναγνώσματα, σε ακούσματα καλής μουσικής και γενικά σε οτιδήποτε καλλιτεχνικό.

ΕΛΕΝΑ: Πόσο εύκολη και προσβάσιμη είναι η θεατρική αγορά στη Χώρα μας κατά τη γνώμη σου; Πιστεύεις δίνεται “χώρος” στους νέους θεατρικούς συγγραφείς αλλά και καλλιτέχνες γενικότερα;

EYA: Όταν ξεκίνησα δεν σου κρύβω πως είχα στο μυαλό μου όλα αυτά τα “τρομακτικά” που ακούμε όλοι για τον χώρο και είχα προετοιμάσει τον εαυτό μου για να αντιμετωπίσει πολλά “άσχημα” πράγματα. Ωστόσο, στην πράξη δεν τα είδα… και, ίσως, να παρουσιάζονται τόσο “φοβερά” για να τραβήξουν την προσεχή του κόσμου και, εν τέλει, να μην είναι και τόσο “τραγικά” τα πράγματα. Ή, ίσως, εγώ να στάθηκα σε αυτή την πρώτη μου εμπειρία σούπερ τυχερή και να έπεσα πάνω σε ιδανικούς ανθρώπους… Αυτό ίσως το απαντήσω πιο ολοκληρωμένα στην πορεία της καριέρας μου, γιατί το τι θα συναντήσει κανείς στην πορεία της ζωής του είναι δύσκολο να το προβλέψει.

Μιλώντας, λοιπόν, για εμένα αυτό που έχω να πω είναι ότι δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα να το ανεβάσω το θεατρικό έργο, με θεωρώ τυχερή σε αυτό…  Πιστεύω χρειάζονται δύο πράγματα: πρώτον, ταλέντο, να είναι, δηλαδή, αρεστά αυτά που γράφεις σε κάποια μερίδα ειδικών και φυσικά στο κοινό, δεύτερον, χρειάζεται επιμονή και θάρρος! Αν πραγματικά το θέλεις και το πιστεύεις χρειάζεται χρόνο και επιμονή… Χτύπησα πόρτες μόνη μου και άνοιξαν…

Γενικότερα, όμως, πιστεύω ότι πολλά καλλιτεχνικά ταλέντα χάνονται … Ως χώρα έχουμε τεράστια ανικανότητα να κρατάμε εξαιρετικούς ανθρώπους και να τους αναδεικνύουμε… Τους χάνουμε… Όχι μόνο τους καλλιτέχνες αλλά και εξαίρετους επιστήμονες!

ΕΛΕΝΑ: Μου έδωσες μια καλή πάσα για να σε ρωτήσω για την κρίση στη Χώρα μας. Τι πιστεύεις ότι πρέπει να κάνει η νέα γενιά;

ΕΥΑ: Εγώ αυτό που κάνω και προτείνω σε όλα τα παιδιά είναι από μόνοι τους να έχουν επιμονή, θάρρος και θράσος. Είμαι υπέρ του να μείνουμε όλοι οι νέοι στη Χώρα μας και να το παλέψουμε μόνοι μας, να μην περιμένουν από μία Χώρα που έχει αποδείξει την ανικανότητα της. Πιστεύω μπορούμε να το ανατρέψουμε αυτό το δυσάρεστο που συμβαίνει στη Χώρα μας και έχει αντίκτυπο στη κυρίως στη νέα γενιά δρώντας ως μονάδες και ομάδες! Να βασιστούμε στις δικές μας δυνάμεις.

ΕΛΕΝΑ: Ποιος είναι ο επόμενος στόχος σου;

ΕΥΑ: Οι στόχοι είναι πολλοί και πάντα έχουν σκοπό την προσωπική μου βελτίωση… Και αυτή η δουλειά επιδέχεται βελτίωση και οι μελλοντικές δουλειές πρέπει και θα είναι καλύτερες… Κανείς δεν πρέπει να επαναπαύεται γιατί αλλιώς δε θα υπάρξει εξέλιξη και ωρίμανση.